μίανση

μίανση
η (Α μίανσις) [μιαίνω]
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μιαίνω, βεβήλωση, μαγάρισμα
2. μόλυνση, ρύπανση
3. μτφ. ηθική μόλυνση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • μίανση — η το να μιαίνεται κανείς, η μόλυνση, η βεβήλωση: Η μίανση της ψυχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξαγνισμός — Τυπική πράξη με την οποία πιστεύεται ότι εξαλείφονται ακαθαρσίες αφηρημένες, ανάλογα με τις διάφορες θρησκευτικές αντιλήψεις. Η αιτία και ο τρόπος μόλυνσης ποικίλλουν σε μεγάλη κλίμακα και αφορούν είτε φυσικά γεγονότα (π.χ. οι γυναίκες στην… …   Dictionary of Greek

  • κοίνωσις — κοίνωσις, ἡ (Α) [κοινώ] 1. ανάμιξη, ανακάτεμα 2. μετοχή, συμμετοχή 3. μίανση, ρύπος, ρύπανση …   Dictionary of Greek

  • μιαίνω — (ΑΜ μιαίνω) 1. (ιδίως με αίμα) κηλιδώνω, λερώνω, βρομίζω (α. «μίανε τα χέρια του με το αίμα τού δολοφονημένου» β. «τοὺς τῶν θεών βωμοὺς αἵματι μιαίνειν», Πλάτ.) 2. μτφ. ρυπαίνω, σπιλώνω, μολύνω κάποιον ηθικά («εὔφημον ἦμαρ οὐ πρέπει κακαγγέλῳ… …   Dictionary of Greek

  • μιαρός — ή, ό (ΑΜ μιαρός, και μιερός ά, ον) 1. βαμμένος, κηλιδωμένος ή μολυσμένος με αίμα 2. (γενικά) βρόμικος, λερωμένος, ακάθαρτος, ρυπαρός 3. (με ηθική σημ.) αισχρός, αχρείος 4. βέβηλος, ανίερος, ανόσιος («και οι μιαροί κατασκορπιούνται πάντα… …   Dictionary of Greek

  • μιασμός — ὁ (Α) [μιαίνω] 1. μίανση 2. μτφ. σκάνδαλο, έγκλημα …   Dictionary of Greek

  • μολυσμός — μολυσμός, ὁ (ΑΜ [μολύνω] μόλυνση, μίανση μσν. αμάρτημα …   Dictionary of Greek

  • μόλεμα — το (Μ μόλεμα) [μολεύω] 1. μίανση, μόλυνση, μόλυσμα 2. ρύπανση, λέρωμα μσν. λοιμός, επιδημία …   Dictionary of Greek

  • μόλυνση — η (ΑΜ μόλυνσις, Μ και μόλυσις) [μολύνω] ρύπανση, κηλίδωση, μίανση, λέρωμα νεοελλ. 1. ιατρ. η απλή εναπόθεση παθογόνων μικροβίων στην επιφάνεια τού σώματος, σε τραύματα, σε αντικείμενα κοινής χρήσης ή η είσδυσή τους σε φυσικές κοιλότητες τού… …   Dictionary of Greek

  • βεβήλωση — η η προσβολή με τρόπο ανίερο, η μίανση: Η δημοσίευση της προσωπικής του ζωής είχε ως αποτέλεσμα τη βεβήλωση της καλής του φήμης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”